αἰνόποτμος

αἰνό-ποτμος, ον,
A = αἰνόμορος, Orph.A.1016.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αινόποτμος — αἰνόποτμος, ον (Α) ο αινόμορος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + πότμος «η μοίρα, η τύχη, το πεπρωμένο»] …   Dictionary of Greek

  • αἰνόποτμος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.